μενού

Αρχική Γνωρίστε μας Η Ψιλή κουβέντα Ερωτοαποκρίσεις με την Μάρα Τέχνες

Σάββατο 7 Μαΐου 2022

Συνάντηση της Ελένης Τζιώγα με τη Μάρα Ράκα: «Η αθωότητα κάποια στιγμή χάνεται ανεπιστρεπτί και μαζί της χάνεται ανεπιστρεπτί και η ξενοιασιά...»

   

Μέσα από τη στήλη «Ερωτοαποκρίσεις» με τη Μάρα» ξεκινώ ένα ταξίδι γνωριμίας χωρίς κάποιον ειδικό προορισμό. Με μεγάλη μου χαρά, θέλω αυτή η στήλη, να φιλοξενεί ανθρώπους ανεξαρτήτου ηλικίας, χρώματος, επαγγέλματος και προσωπικών πιστεύω. Ανθρώπους ατόφιους που νιώθουν ότι έχουν αυτό το κάτι για να μεταδώσουν στους υπόλοιπους μέσα από τις απαντήσεις τους. Οι ερωτήσεις δε θα είναι πάντα οι ίδιες αλλά ανάλογα με τον εκάστοτε άνθρωπο που θα συναντώ στην πορεία μου.

 

Συνοδοιπόρος μου στο σημερινό ταξίδι, η Ελένη Τζιώγα.  

  

ΕΛΕΝΗ ΤΖΙΩΓΑ

Ποιήτρια

 

 


 

Κυρία Τζιώγα καλώς ήρθατε στις "Ερωτοαποκρίσεις".

Καλώς σας βρήκα, με χαρά!

 

Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στο Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης. Τι θυμάστε πιο έντονα από τα παιδικά σας χρόνια;

Οι πιο έντονες αναμνήσεις μου είναι η “μυρωδιά” του καλοκαιριού, που αν και παραμένει ανεξίτηλη στην μνήμη μου, δεν ξαναβρήκα την ίδια ποτέ από τότε, αν και ακολούθησαν πολύ όμορφα και υπέροχα καλοκαίρια στην ενήλικη ζωή μου, αλλά με τελείως άλλη “μυρωδιά”. Ένα ακόμη γεγονός που μου έμεινε έντονα χαραγμένο στην μνήμη και σε κάποιο βαθμό με επηρέασε ως άτομο, είναι ο θεσμός της πυροβασίας, τα Αναστενάρια του Λαγκαδά. Με εντυπωσίαζε και με μάγευε ως μικρό παιδί αυτή η υπεράνθρωπη ικανότητα, του να  περπατά κανείς στην φωτιά και να μην καίγεται. Θεωρούσα από παιδί, ότι και μεταφορικά, ενυπάρχει στον άνθρωπο αυτή η δυνατότητα, να φλέγεται δηλαδή αλλά να μην καίγεται. Αυτό με έκανε να μην αποφεύγω τις μεγάλες πυρκαγιές στην ζωή μου, όπου και διαπίστωσα ότι μπορώ να γίνω μεταφορικά πάλι μιλώντας… Αναστενάρισα.

 

Μιλήστε μας λίγο για σας σαν άνθρωπο.

Πολυεπίπεδη θα έλεγα. Εύκολη αλλά και δύσκολη. Άνθρωπος με αντιφάσεις και διάφορα πρόσωπα δηλαδή. Υπερκινητική και παθιασμένη με την ζωή. Οι μεγάλες μου αγάπες είναι οι αγαπημένοι μου άνθρωποι, που είναι το Α και το Ω στην ζωή μου. Από εκεί και πέρα αγαπώ παιδιόθεν και ασίγαστα το διάβασμα και αγαπώ επίσης πολλά είδη μουσικής. Τα τελευταία χρόνια έχω αδυναμία στην κλασσική, ιδίως την μπαρόκ μουσική, την τζαζ και τα μπλουζ.

 

«Τ’ Ανείπωτα» από τις εκδόσεις Ελκυστής. Πώς νιώσατε κρατώντας στα χέρια σας την πρώτη ποιητική συλλογή σας;

Η αλήθεια είναι ότι ένιωσα πολύ περίεργα, όπως φαντάζομαι θα νιώθουν οι περισσότεροι άνθρωποι. Είχα πάντα φίλους που γράφουν και με παρότρυναν να γράψω κι εγώ, αλλά για κάποιο λόγο αρνιόμουνα πεισματικά να το κάνω ή αν έγραφα κάτι, μετά το αποκήρυττα αμέσως. Το θέμα αυτό της ποίησης ήταν κάτι που ξεπήδησε ξαφνικά, απότομα και κατακλυσμιαία, τόσο που δεν μπορούσα πια να το αρνούμαι. Έτσι γράφτηκε η πρώτη συλλογή «Τ΄ΑΝΕΙΠΩΤΑ».

 

Ποιο ρόλο έχει η ποίηση στην προσωπική σας ζωή;

Τώρα πια είναι ένας δυναμικός τρόπος έκφρασης  προς τα έξω, μύχιων σκέψεων και συναισθημάτων, που δεν βρίσκουν άλλο μέσον για να εκδηλωθούν. Παίρνουν δηλαδή σώμα και μορφή.

 

Πώς προέκυψε η ενασχόλησή σας με τη γραφή;

Όπως προείπα ο κοινωνικός μου περίγυρος αποτελείται από άτομα που ασχολούνται με την γραφή. Εγώ από τα μικράτα μου διάβαζα πάντα πάρα πολύ. Η ποιητική γραφή προέκυψε συγκυριακά, με την αρχή του εγκλεισμού της πανδημίας. Αυτό έχει λογική γιατί οι εσωτερικές φωνές μας για να ακουστούν, θέλουν απόλυτη ησυχία και απομόνωση. Να σκύψει κανείς μέσα του και να δει τι υπάρχει θαμμένο και να το ανασύρει στην επιφάνεια. Αυτό δεν μπορούσε να γίνει πριν, ίσως γιατί πάντα βρισκόμουν περιτριγυρισμένη από πολύ θόρυβο.

 

Από πού αντλείτε συνήθως την έμπνευσή σας;

Η έμπνευσή μου είναι ερεθίσματα που δέχονται οι αισθήσεις μου από στιγμές απλές ή σπουδαίες, γεγονότα σημαντικά ή σημαίνοντα, πρόσωπα υπαρκτά ή μυθικά, ιστορίες αληθινές ή φανταστικές, εικόνες άσχημες ή πανέμορφες, μυρωδιές καταγεγραμμένες στην μνήμη που επανέρχονται με μια αφορμή στο παρόν, αγωνίες, επιθυμίες, φόβοι και αγάπες της ζωής μου περασμένες, παρούσες και μέλλουσες. Με δυο λόγια από τις αισθήσεις και τις σκέψεις.

 

Πώς νιώθετε κάθε φορά που αποτυπώνετε με λέξεις στο χαρτί αυτό που πηγάζει από μέσα σας;

Είναι επώδυνη η γραφή της ποίησης, κάθε ποίημα είναι και μία οδυνηρή γέννα, που μετά τις ωδίνες, νιώθεις μία εξάντληση αλλά και μία απέραντη ανακούφιση, γαλήνη και αγαλλίαση.

 

Ποιες είναι αυτές οι «ιδιαίτερες στιγμές» που σας ωθούν κατά διαστήματα να δημοσιεύετε ποιήματά σας στο διαδίκτυο πριν ακόμη εκδοθούν;

Δεν είναι “ιδιαίτερες στιγμές”, είναι άποψη. Λέγεται ότι ο Καβάφης, ο οποίος δεν είχε εκδώσει ο ίδιος κάποια ποιητική συλλογή, παρά μόνο δημοσίευε τα ποιήματά του ένα - ένα σε εφημερίδες και περιοδικά, τα τύπωνε σε φύλλα, τα δίπλωνε σαν τις λεγόμενες “σαΐτες” που φτιάχναμε μικροί, πήγαινε έξω από το θέατρο Ζιζίνια στην Αλεξάνδρεια και όταν σχόλαγε η παράσταση, τα πέταγε στον κόσμο που έβγαινε. Ως φανατική Καβαφική κι εγώ κατά κάποιον τρόπο κάνω το ίδιο. Δεν έχω σαν στόχο τις πωλήσεις, την φήμη και την δόξα. Μ’ ενδιαφέρει τα ποιήματά μου να αγγίξουν ψυχές. Η μεγαλύτερη επιβράβευση για μένα ήταν όταν μου ήρθε ένα συγχαρητήριο mail, γραμμένο σε σπαστά ελληνικά, για ένα ποίημά μου που κυκλοφόρησε στο youtube, από την Βενεζουέλα, όπου όπως έμαθα αργότερα, υπάρχει μία μικρή ελληνική παροικία και κάποιοι αυτόχθονες αγαπούν και μαθαίνουν ελληνικά.

 

Λένε πως η αναγνώριση, μπορεί να αλλάξει τον εκάστοτε άνθρωπο όταν τη γευτεί. Τι πιστεύετε εσείς;

Σίγουρα μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο, έως και να τον καταστρέψει μπορεί, ειδικά αν δεν έχει γερές αντιστάσεις και ικανά φίλτρα. Το έχουμε δει πολλές φορές να γίνεται αυτό.

 

Υπήρξε κάποιο γεγονός στη ζωή σας που θα ήταν ικανό να σας κάνει να σταματήσετε να γράφετε;

Δεν το ξέρω. Ακόμη δεν ξέρω αν θα συνεχίσουν να με επισκέπτονται οι λέξεις στο μέλλον και για πόσο. Σκέφτομαι ότι για όσο θα γίνεται αυτό, θα είναι καλό.

 

Πώς αντιμετωπίζετε τον αλληλοσπαραγμό που όλοι βλέπουμε κατά καιρούς στα social media;

Είναι πολύ θλιβερό και όσο και να προσπαθείς να απέχεις πολλές φορές σε “παίρνει η μπάλα” που λέμε. Υπάρχει πολύς θυμός συσσωρευμένος που με την υποτιθέμενη ανωνυμία του διαδικτύου, εκφράζεται ορμητικά και ακατέργαστα. Προσπαθώ να προφυλάσσομαι και να απέχω. Ο καθένας μας με αυτά που γράφει και λέει, αφήνει το αποτύπωμά του σε κοινή θέα και κρίση. Αυτό φέρνω σαν προμετωπίδα σε κάθε επίθεση που μπορεί να δεχθώ.

 

Άλλαξε κάτι στο σκεπτικό ή στον χαρακτήρα σας, κατά τον εγκλεισμό σας στην εποχή της καραντίνας; Σας ανησυχεί το μέλλον; Πόσο σας έχει επηρεάσει αυτή η επώδυνη κατάσταση που βιώνουμε όλοι μας;

Ναι, σίγουρα επηρέασε και το σκεπτικό μου και τον χαρακτήρα μου. Καταρχάς, γνώρισα κι αγάπησα την μοναχικότητα, πράγμα έως σήμερα άγνωστο για μένα. Τώρα την απολαμβάνω, γαληνεύω και γίνομαι και δημιουργική. Το μέλλον η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να το δω αισιόδοξα. Η ματιά μου και οι σκέψεις μου είναι σκοτεινές και απαισιόδοξες και από κάθε άποψη, κοινωνική, οικονομική, περιβαλλοντολογική. Με όλα αυτά που βιώνουμε βλέπω την ευθραυστότητα και τις ατέλειες της ανθρώπινης φύσης η οποία έχει παραμείνει στην ιστορία της ανθρωπότητας η ίδια, δεν έχει δηλαδή εξελιχθεί. Εξέλιξη έχουμε μεγάλη στον τομέα της τεχνολογίας μόνο. Αυτό όμως δεν προάγει τον παράγοντα άνθρωπο, άρα και την κοινωνία της οποίας είναι μέλος.

 

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια; Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο αυτή την εποχή;

Έχω έτοιμη ήδη μία νέα ποιητική συλλογή η οποία μέχρι τέλος του χρόνου πιστεύω ότι θα εκδοθεί. Συνεχίζω να γράφω ποίηση και προσπαθώ να συνεχίσω ένα μυθιστόρημα που είχα ξεκινήσει να γράφω, αλλά δεν ξέρω που και αν θα με βγάλει κάπου.

 

Τι δε θα θέλατε να χάσετε ποτέ από τη ζωή σας;

Τους αγαπημένους μου και την αγάπη και την λαχτάρα μου για την ίδια την ζωή.

 

Ποια προσωπικότητα σάς έχει παρασύρει με την εικόνα της;

Αρκετές αλλά θα πω επιγραμματικά δύο που μου έρχονται στο μυαλό αυτή την στιγμή: O μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης και ο αγαπημένος Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης.

 

Υπάρχει η απόλυτη ευτυχία;

Όχι φυσικά. Η ευτυχία είναι στιγμές, το πολύ - πολύ κάποιες μικρές περίοδοι στην διάρκεια της ζωής μας.

 

Ποιο είναι το αγαπημένο σας απόφθεγμα;

Πλείστοι (άνθρωποι) κακοί. Τάδε έφη Βίας ο Πριηνεύς, ένας εκ των επτά σοφών της αρχαιότητας.

 

Χόμπι και ενδιαφέροντα;

Αρκετά. Διάβασμα, γράψιμο, μουσική, κινηματογράφος, χορός tango, γυμναστική, κηπουρική και ναι θα το πω ΚΑΙ κέντημα.

 

Τι νοσταλγείτε περισσότερο από τις παλιές εποχές;

Την εποχή της αθωότητας. Κι αυτό γιατί η αθωότητα κάποια στιγμή χάνεται ανεπιστρεπτί και μαζί της χάνεται ανεπιστρεπτί και η ξενοιασιά. Επιθυμώ διακαώς να νιώσω ξενοιασιά, πράγμα που νομίζω ότι πια είναι αδύνατον.

 

Τι σημαίνει για σας φιλία;

Ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο της ζωής μου. Έχω λίγους πολύ καλούς φίλους  και πολλούς γνωστούς. Οι φιλίες μου παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο στην ζωή μου, τόσο που δεν μπορώ να την φανταστώ πια χωρίς αυτές.

 


Τρεις θετικές και τρεις αρνητικές λέξεις που περιγράφουν τον εαυτό σας;


Θετική, εξωστρεφής, χαρούμενη και ευαίσθητη, βαριέμαι εύκολα, διάσπαση προσοχής.

 

Αγαπημένοι Έλληνες και ξένοι συγγραφείς;

Επαμεινώνδας Γονατάς, Κωνσταντίνος Καβάφης, Κώστας Βάρναλης, Οδυσσέας Ελύτης,  Νίκος Καββαδίας, Νίκος Καζαντζάκης, Νίκος Καρούζος είναι κάποια ονόματα που μου έρχονται αυτή την στιγμή. Από ξένους συγγραφείς, Χόρχε Λουις Μπόρχες, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Μίλαν Κούντερα, Φίλιπ Ροθ, Τόμας Μαν και άλλοι.

 

Τι απεχθάνεστε περισσότερο;

Τον θυμό. Συγκεκαλυμμένο ή απροκάλυπτο.

 

Αν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στον κόσμο, τι θα ήταν αυτό;

Τον ίδιο τον κόσμο.

 

Αν σας ζητούσαν να γράψετε ένα διαφορετικό είδος γραφής, ποιο θα επιλέγατε;

Πεζογραφήματα.

 

Υπάρχει κάτι για το οποίο έχετε μετανιώσει στη ζωή σας;

Σίγουρα υπάρχουν πράγματα για τα οποία έχω μετανιώσει, αλλά πιστεύω ότι αυτό είναι και αναπόφευκτο. Καλούμαστε στην διάρκεια της ζωής μας να πάρουμε τόσες πολλές αποφάσεις, που δεν είναι δυνατόν, ούτε έχουμε και την απαιτούμενη εμπειρία  και γνώση για να παίρνουμε πάντα τις κατάλληλες και σωστές αποφάσεις.

 

Τι σας αρέσει στους ανθρώπους και τι δεν ανέχεστε εύκολα;

Μου αρέσει η αφοσίωση και δεν ανέχομαι τον θυμό.

 

Μιλήστε μας για το εξώφυλλο της ποιητικής σας συλλογής.

Το εξώφυλλο της ποιητικής μου συλλογής Τ΄ΑΝΕΙΠΩΤΑ, είναι μία παραλλαγή του συμβόλου του δένδρου της ζωής που το φυσάει ο άνεμος και το φιλοτέχνησε η κόρη μου Φένια Ρίζου, η οποία είναι αρχιτέκτονας. Στο εσωτερικό του βιβλίου υπάρχουν επίσης διάφορες παραλλαγές του εξωφύλλου που πάλι τις φιλοτέχνησε η ίδια.

 

«Μπορεί να συγχωρώ… μα δεν ξεχνώ!» Εσείς τι κάνετε σ’ αυτή την περίπτωση;

Συγχωρώ αλλά δεν είναι έξυπνο να ξεχνάς. Γι αυτό λοιπόν δεν ξεχνώ.

 

«Το ότι ανεχόμαστε δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτό που ανεχόμαστε δεν αξίζει τίποτα παραπάνω.» (Nicolás Gómez Dávila)

Τι πιστεύετε εσείς;

Έχει απόλυτο δίκιο.

 

Αν αποφασίζατε μια μέρα να κάνετε ένα restart στη ζωή σας, ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα κάνατε;

Εννοείται ότι δεν θα έκανα τα λάθη του παρελθόντος αλλά θα έκανα... άλλα. Και εννοείται φυσικά ότι θα έκανα πάλι τα δύο μου παιδιά, τις μεγάλες αγάπες της ζωής μου, την Φένια και τον Τάσο.

 

Διανύουμε μια εποχή, άνευ προηγουμένου στην ιστορία του πλανήτη μας. Τι σας έχει λείψει περισσότερο τα δυο τελευταία χρόνια;

Πρώτον οι αγκαλιές και τα φιλιά, που τα έχουμε ξεχάσει, έχουμε ξεχάσει μέχρι και την χειραψία. Δεν αγγιζόμαστε πιά κι αυτό είναι τραγικό. Δεύτερον οι παρέες μου που δεν τις βλέπω όσο συχνά θα ήθελα, το έξω δηλαδή και το μαζί. Μου έχουν λείψει επίσης ο χορός και η γυμναστική.

 

Στέλνετε ποιήματα και άρθρα στο Greek News and Radio FL, εφημερίδα και ραδιοφωνικός σταθμός της ομογένειας στην Φλόριντα της Αμερικής. Πώς νιώθετε γι αυτό;

Χαίρομαι ιδιαίτερα για την πρόταση αυτή που μου έγινε και που μπορούν τα κείμενά μου να φτάνουν στους Έλληνες του Καναδά και της Αμερικής.

 

Οι κριτικές που ακούσατε για την πρώτη σας ποιητική συλλογή;

Ήταν και θετικές και αρνητικές. Δεν πτοούμαι όμως, όπως δεν ανεβαίνω και σε κανένα καλάμι.

 

Μετά την ολοκλήρωση ενός ποιήματος, ποια είναι η πρώτη φράση που έρχεται συνήθως στο μυαλό σας;

Ανακούφιση!!!

 

Ο χώρος των δημιουργών λένε πως είναι ένας στίβος ανταγωνισμού. Πιστεύετε ότι μπορεί να γεννηθούν αληθινές φιλίες μεταξύ τους;

Σίγουρα είναι πολύ ανταγωνιστικός ο χώρος με πολλά μαχαιρώματα και τραβήγματα του χαλιού κάτω από τα πόδια. Αλλά εγώ ακολουθώ το δικό μου μοναχικό μονοπάτι μακριά απ’ όλα αυτά. Παρ’ όλα αυτά κατορθώνω και έχω φίλους στον χώρο της τέχνης χωρίς να υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ μας.

 

Ποιοι είναι για σας οι πραγματικοί ήρωες στη σημερινή εποχή;

Οι καθημερινοί άνθρωποι, οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που κάθε μέρα περνούν μία οδύσσεια για να μπορέσουν να τα καταφέρουν στις υπέρογκες δυσκολίες της ζωής.

 

Ένα μήνυμα για τους αναγνώστες σας;

Το μήνυμά μου είναι γαληνέψτε, αγαπήστε και διαβάστε.

 

Κυρία Τζιώγα, σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας.

 

 

 

Ποιήματα της Ελένης Τζιώγα

 


Κάποιες νύχτες

(πατήστε τον τίτλο για να ακούσετε το ποίημα -απαγγέλει η Σοφία Κορωνίδου)


Οι πεταλούδες

 

Άξαφνα η παλίρροια της ασημαντότητας πλημμύρισε την Πολιτεία.

Κάποια φωτισμένα παράθυρα, βυθισμένα στο νερό,

φέγγουν για λίγο θαμπά και μετά καταποντίζονται στα σκοτεινά τα βάθη.

Και η φαυλότητα, έφτασε κι αυτή απειλητικά, στα ψηλά μπαλκόνια.

Έκοψαν τα κορίτσια τα μακριά μαλλιά τους

κι έμεινε γυμνός, ευάλωτος, ο ντελικάτος τους λαιμός

στο πεπρωμένο που έρχεται. Φύτεψαν τις μεταξένιες καστανές πλεξούδες τους κι αυτές βλάστησαν κίτρινα λουλούδια,

όψιμα γιασεμιά του χειμώνα, που φεύγει βιαστικά,

διωγμένος από έναν ήλιο, αναρχικό αντάρτη. Μεγάλες λευκές πεταλούδες, ήρθαν και κάθισαν

στην ανάστροφη της παλάμης τους,

παρασυρμένες και γοητευμένες από την μεθυστική, λουλουδένια μυρωδιά τους και τους μίλησαν στην μυστική τους γλώσσα,

κουνώντας τα φτερά τους. Τα κορίτσια, ένωσαν τα χέρια τους σε σχήμα πεταλούδας και μίλησαν κι αυτές του Άρχοντα, του Ήλιου, στην μυστική πεταλουδίσια γλώσσα. Εκείνος, τους χαμογέλασε τρυφερά, χρυσολάμποντας εκτυφλωτικά και γενναιόδωρα,

φιλώντας και χαιδεύοντας τους λεπτούς, σαν μίσχους λουλουδιών, λαιμούς τους.

 

 

Το γρέζι της λύπης

 

Και ήταν ψίθυρος γλυκός η φωνή του που έβγαινε απ’ το ψηλό παράθυρο τα καυτά μεσημέρια. Μιλούσε για τον δυνατό λίβα που φυσούσε και αντάριαζε

τα ηλιοτρόπια στα χρυσαφένια χωράφια,

για τον ουρανό, χρωματισμένο στο μπλέ του κοβαλτίου,

που έπλεαν κατάλευκα γλαρόνια

και για τον μοναχικό λύκο, που κοίταζε μαγνητισμένος την ακίνητη, άσπρη σελήνη, ολοστρόγγυλη και παγερή, ουρλιάζοντας αραιά και θλιμμένα,

το σκοτεινό σύννεφο της μοναξιάς του για να σπάσει. Αφουγκράζονταν εκστατικά την φωνή του, γυναίκες κομψές, που τ΄ ατλαζένια τους φορέματα θρόϊζαν απαλά,

σχηματίζοντας το βόρειο σέλας, κορίτσια, αρωματισμένες χρυσαλλίδες, που τα τσίνορά τους,

φτερά πολύχρωμης πεταλούδας, ανοιγόκλειναν αργά, σκορπίζοντας διάφανα χρώματα του ουράνιου τόξου,

βάφοντας τον μακρινό ορίζοντα και

παιδιά με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα και ιδρωμένα, αχνιστά μαλλιά, απ΄ το κυνήγι των καλοκαιρινών άσπρων σύννεφων. Μάζευαν στις χούφτες τους βελούδινους ψιθύρους και τους απίθωναν στο κουρασμένο προσκεφάλι τους τις νύχτες, για να μαυλίσουν τα φευγάτα πολύχρωμα όνειρα. Η λύπη τον εζήλεψε κι έβαλ΄ένα γρέζι στην ζεστή,

βελούδινη, βαθιά φωνή του. Κι αυτή, ταξίδευε σαν νότα ραγισμένου έγχορδου και

προσγειώνονταν πάνω στα κατακόκκινα χείλη, όπου τα μάτωνε φιλώντας τα,

μ΄ εκείνο, το υπέροχο γρέζι της λύπης στην φωνή του.

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

 

Η Ελένη Τζιώγα κατάγεται από τον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, όπου και πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Έζησε στη Θεσσαλονίκη, στην Κομοτηνή και στην Αθήνα. Εκεί, εργάστηκε στη γραμματεία των Δικαστηρίων του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Από το 2018 ζει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη.

«Τ’ Ανείπωτα» είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

Για όσους θα ήθελαν να επικοινωνήσουν μαζί της:

Email: el.tzioga@gmail.com

Facebook: Eleni Tzioga

 

 

Ένα ακόμα ταξίδι χωρίς προορισμό ολοκληρώθηκε. Να μιλάμε με την καρδιά, να χαμογελάμε συχνά και να τολμάμε να είμαστε… απλά και μόνο ο εαυτός μας.  

 

Όσοι από σας επιθυμείτε να επισκεφτείτε τις «Ερωτοαποκρίσεις» μπορείτε να στείλετε μήνυμα για να σας αποσταλεί το ερωτηματολόγιο, στο e-mail:  mrakidou@yahoo.com ώστε να ξεκινήσουμε μαζί το ταξίδι μας.

        

 

 ΜΑΡΑ ΡΑΚΑ

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2022

ΟΛΑ ΚΑΛΑ της Σοφίας Κορωνίδου

 



 

Χτύπησε το ξυπνητήρι της ακριβώς στις 7 και μισή.  Πέταξε τα σκεπάσματα και σηκώθηκε αμέσως, χωρίς να χάσει χρόνο τεμπελιάζοντας. Ο ήλιος έλαμπε και οι αχτίδες του διαπερνούσαν τις φρεσκοσιδερωμένες κουρτίνες της. Τις τράβηξε στην άκρη για να μπει φως και άνοιξε διάπλατα το παράθυρο για να αεριστεί το δωμάτιό της. 

Έβαλε νερό στη καφετιέρα και γέμισε το φίλτρο με τρεις κοφτές κουταλιές καφέ φουντούκι.  Ήταν ο αγαπημένος της.  Το άρωμα του πλημμύρισε την κουζίνα και της προκάλεσε μια φευγαλέα αίσθηση ανακούφισης.  Ήπιε ένα φλιτζάνι παρακολουθώντας αφηρημένα την κίνηση στο δρόμο και κατόπιν έφαγε ένα μπισκότο με βρώμη και μαύρη σοκολάτα μασώντας αργά.

Ήπιε δυο ποτήρια νερό -που κάνουν καλό στον οργανισμό και στο δέρμα-έπλυνε σχολαστικά τα δόντια της, χτενίστηκε, ντύθηκε και μακιγιαρίστηκε ελαφρά. 

Περίμενε στη στάση υπομονετικά.  Είχε αρχίσει να κάνει κρύο.  Τυλίχτηκε στο μάλλινο πανωφόρι της.  Θα κατέβαινε με το λεωφορείο ως το κέντρο για τις δουλειές της.  Ήταν όλες γραμμένες στο μπλοκάκι της.

Πρώτα πήγε στο ταχυδρομείο. Αμέσως μόλις μπήκε φρόντισε να κόψει χαρτάκι από το μηχάνημα.  Είχε πολύ κόσμο. Περίμενε αγόγγυστα την σειρά της, κι όταν ήρθε, με πολλή ευγένεια συνομίλησε με την υπάλληλο και έστειλε δυο φακέλους.  Έναν με απλό ταχυδρομείο και έναν με συστημένο.

Μέσα στην επόμενη ώρα πλήρωσε τους λογαριασμούς του νερού και του ρεύματος και κατάφερε να  τακτοποιήσει όλες τις εκκρεμότητες της με επιτυχία. Πήρε πάλι το λεωφορείο της επιστροφής.  Χτύπησε το εισιτήριο της και βρήκε μια άδεια θέση και κάθισε. Στα μισά της διαδρομής, όμως, μπήκε στο λεωφορείο ένας ηλικιωμένος και εκείνη σηκώθηκε για να του δώσει τη θέση της, όπως άλλωστε ήταν το σωστό.

Πέρασε από το σούπερ μάρκετ, αγόρασε όσπρια, ψωμί του τοστ ολικής άλεσης, λαχανικά και φρούτα, ψάρι και αυγά.  Πήρε επίσης γάλα χωρίς λακτόζη και χυμό πορτοκάλι χωρίς ζάχαρη. Έδωσε και πάλι τη θέση της στην ουρά στο ταμείο σε έναν κύριο που είχε μόνο μια συσκευασία γιαουρτάκια.  Όταν έφτασε η σειρά της πλήρωσε το ακριβές αντίτιμο στην ταμία, ακόμα και τα δύο λεπτά, ώστε να μην τη βάλει σε κόπο να ψάξει ρέστα.  Την καλημέρισε με αβρότητα και εκείνη ανταπέδωσε.

Επέστρεψε στο σπίτι και τακτοποίησε τα ψώνια της.  Το  καθένα στη σωστή του θέση.  Σκούπισε όλο το σπίτι και ξεσκόνισε κάθε επιφάνεια.  Ύστερα έβαλε ένα πλυντήριο με χρωματιστά και ξεχώρισε τα λευκά για το επόμενο. Φρόντισε να προσθέσει μαλακτικό και σκόνη για τα άλατα.  Ήταν σημαντικό να βάζει πάντα σκόνη για τα άλατα, αλλιώς το πλυντήριο της θα πάθαινε ζημιά.

Γέμισε την κατσαρόλα με νερό για να φτιάξει μακαρόνια, πήρε τηλέφωνο τη μαμά της για να ρωτήσει για την υγεία της- όλα καλά εκτός από το πόδι της που πονάει με τις αλλαγές του καιρού και την στεναχωρεί – και ύστερα πήρε τηλέφωνο και την κόρη της –είπε ότι ίσως έρθει το άλλο σαββατοκύριακο αν δεν έχει πολύ διάβασμα.  Έκατσε στον φορητό της υπολογιστή, καθάρισε την σκόνη από το πληκτρολόγιο με ένα πινέλο και κατόπιν έστειλε μερικά πολύ σημαντικά ηλεκτρονικά μηνύματα.

Όταν τελείωσε τη δουλειά της, σηκώθηκε και έριξε μια ματιά στον ουρανό έξω από το παράθυρο της κουζίνας.  Πουθενά δεν φαινόταν το γαλάζιο του.  Μόνο φαιά απειλητικά σύννεφα που μετέτρεπαν την πραγματικότητα σε φιλμ νουάρ με λυπημένο τέλος.  Τι να έκανε εκείνος τώρα; σκέφτηκε.  Κι ύστερα έθαψε το πρόσωπο της στα χέρια της για να πνίξει τους λυγμούς.


copyright © Σοφία Κορωνίδου