μενού

Αρχική Γνωρίστε μας Η Ψιλή κουβέντα Τέχνες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2022

ΟΛΑ ΚΑΛΑ της Σοφίας Κορωνίδου

 



 

Χτύπησε το ξυπνητήρι της ακριβώς στις 7 και μισή.  Πέταξε τα σκεπάσματα και σηκώθηκε αμέσως, χωρίς να χάσει χρόνο τεμπελιάζοντας. Ο ήλιος έλαμπε και οι αχτίδες του διαπερνούσαν τις φρεσκοσιδερωμένες κουρτίνες της. Τις τράβηξε στην άκρη για να μπει φως και άνοιξε διάπλατα το παράθυρο για να αεριστεί το δωμάτιό της. 

Έβαλε νερό στη καφετιέρα και γέμισε το φίλτρο με τρεις κοφτές κουταλιές καφέ φουντούκι.  Ήταν ο αγαπημένος της.  Το άρωμα του πλημμύρισε την κουζίνα και της προκάλεσε μια φευγαλέα αίσθηση ανακούφισης.  Ήπιε ένα φλιτζάνι παρακολουθώντας αφηρημένα την κίνηση στο δρόμο και κατόπιν έφαγε ένα μπισκότο με βρώμη και μαύρη σοκολάτα μασώντας αργά.

Ήπιε δυο ποτήρια νερό -που κάνουν καλό στον οργανισμό και στο δέρμα-έπλυνε σχολαστικά τα δόντια της, χτενίστηκε, ντύθηκε και μακιγιαρίστηκε ελαφρά. 

Περίμενε στη στάση υπομονετικά.  Είχε αρχίσει να κάνει κρύο.  Τυλίχτηκε στο μάλλινο πανωφόρι της.  Θα κατέβαινε με το λεωφορείο ως το κέντρο για τις δουλειές της.  Ήταν όλες γραμμένες στο μπλοκάκι της.

Πρώτα πήγε στο ταχυδρομείο. Αμέσως μόλις μπήκε φρόντισε να κόψει χαρτάκι από το μηχάνημα.  Είχε πολύ κόσμο. Περίμενε αγόγγυστα την σειρά της, κι όταν ήρθε, με πολλή ευγένεια συνομίλησε με την υπάλληλο και έστειλε δυο φακέλους.  Έναν με απλό ταχυδρομείο και έναν με συστημένο.

Μέσα στην επόμενη ώρα πλήρωσε τους λογαριασμούς του νερού και του ρεύματος και κατάφερε να  τακτοποιήσει όλες τις εκκρεμότητες της με επιτυχία. Πήρε πάλι το λεωφορείο της επιστροφής.  Χτύπησε το εισιτήριο της και βρήκε μια άδεια θέση και κάθισε. Στα μισά της διαδρομής, όμως, μπήκε στο λεωφορείο ένας ηλικιωμένος και εκείνη σηκώθηκε για να του δώσει τη θέση της, όπως άλλωστε ήταν το σωστό.

Πέρασε από το σούπερ μάρκετ, αγόρασε όσπρια, ψωμί του τοστ ολικής άλεσης, λαχανικά και φρούτα, ψάρι και αυγά.  Πήρε επίσης γάλα χωρίς λακτόζη και χυμό πορτοκάλι χωρίς ζάχαρη. Έδωσε και πάλι τη θέση της στην ουρά στο ταμείο σε έναν κύριο που είχε μόνο μια συσκευασία γιαουρτάκια.  Όταν έφτασε η σειρά της πλήρωσε το ακριβές αντίτιμο στην ταμία, ακόμα και τα δύο λεπτά, ώστε να μην τη βάλει σε κόπο να ψάξει ρέστα.  Την καλημέρισε με αβρότητα και εκείνη ανταπέδωσε.

Επέστρεψε στο σπίτι και τακτοποίησε τα ψώνια της.  Το  καθένα στη σωστή του θέση.  Σκούπισε όλο το σπίτι και ξεσκόνισε κάθε επιφάνεια.  Ύστερα έβαλε ένα πλυντήριο με χρωματιστά και ξεχώρισε τα λευκά για το επόμενο. Φρόντισε να προσθέσει μαλακτικό και σκόνη για τα άλατα.  Ήταν σημαντικό να βάζει πάντα σκόνη για τα άλατα, αλλιώς το πλυντήριο της θα πάθαινε ζημιά.

Γέμισε την κατσαρόλα με νερό για να φτιάξει μακαρόνια, πήρε τηλέφωνο τη μαμά της για να ρωτήσει για την υγεία της- όλα καλά εκτός από το πόδι της που πονάει με τις αλλαγές του καιρού και την στεναχωρεί – και ύστερα πήρε τηλέφωνο και την κόρη της –είπε ότι ίσως έρθει το άλλο σαββατοκύριακο αν δεν έχει πολύ διάβασμα.  Έκατσε στον φορητό της υπολογιστή, καθάρισε την σκόνη από το πληκτρολόγιο με ένα πινέλο και κατόπιν έστειλε μερικά πολύ σημαντικά ηλεκτρονικά μηνύματα.

Όταν τελείωσε τη δουλειά της, σηκώθηκε και έριξε μια ματιά στον ουρανό έξω από το παράθυρο της κουζίνας.  Πουθενά δεν φαινόταν το γαλάζιο του.  Μόνο φαιά απειλητικά σύννεφα που μετέτρεπαν την πραγματικότητα σε φιλμ νουάρ με λυπημένο τέλος.  Τι να έκανε εκείνος τώρα; σκέφτηκε.  Κι ύστερα έθαψε το πρόσωπο της στα χέρια της για να πνίξει τους λυγμούς.


copyright © Σοφία Κορωνίδου

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2021

Μια μέρα πριν το φονικό

 





Μια μέρα πριν το φονικό, ο Θεόφιλος βρισκόταν στο αγαπημένο του μέρος.  Όποτε ένιωθε εκείνον τον καταραμένο πονοκέφαλο να του τρυπάει το κρανίο σαν κομπρεσέρ, ήταν το μοναδικό σημείο στον κόσμο που τον ηρεμούσε και γέμιζε ενέργεια το κουρασμένο κορμί του. Το μόνο μέρος που δεν ένιωθε μόνος. 

Η μέρα ήταν υπερβολικά ζεστή και ο ιδρώτας έσταζε ποτάμι από πάνω του.  Τα μαλλιά του, τα πυκνά γένια του και τα ρούχα που φορούσε είχαν μουσκέψει.  Κάθισε στην ιερή πέτρα ανάμεσα στα δέντρα και πάσχισε με όλες του τις δυνάμεις να συγκεντρωθεί. Ένας ενοχλητικός και επίμονος ήχος, όμως δεν τον άφηνε.  Στην αρχή νόμιζε ότι ερχόταν μέσα από το μυαλό του.  Κι έτσι απλά προσπάθησε να τον αγνοήσει.

«ΜΜΜΜ» μούγκρισε «ΜΜΜ... ΜΜΜΜ...»

Ο ήχος ήταν ακόμα εκεί.

«ΜΜΜ...» μούγκρισε δυνατότερα για να τον καλύψει.

Τίποτα. 

Η προσπάθεια αυτή τον εξάντλησε. Ξάπλωσε στο ξερό χόρτο παραιτημένος και έκλεισε τα μάτια του σφιχτά.

«Έλα επιτέλους ΔΑΙΜΟΝΑ! Έλα να με σώσεις! ΜΜΜΜΜ... ΜΜΜΜΜ...!» έκανε  απελπισμένα.

Και ξάφνου το βουητό σταμάτησε.  Άνοιξε τα μάτια και αναζήτησε με το βλέμμα τον Πρίγκηπα του Σκότους και Σωτήρα του.  Κοίταξε με λαχτάρα δεξιά, κοίταξε αριστερά, και τέλος εστίασε στον κορμό του απέναντι δέντρου.  Ένας τζίτζικας καθόταν εκεί αμέριμνος και πανέτοιμος να πιάσει ξανά το καλοκαιρινό του τραγούδι.  

Ο Θεόφιλος μάζεψε μια πέτρα και ύστερα σηκώθηκε και πλησίασε αργά το δέντρο.  Κατόπιν, με μία μόνο κίνηση έλιωσε το οχληρό έντομο.  Κι εκείνη τη στιγμή, εκείνη την υπέροχη στιγμή, απαλλάχτηκε επιτέλους κι από τον φριχτό πονοκέφαλο που τον βασάνιζε.  Ένιωσε ανάλαφρος σαν πούπουλο.  Ένιωσε ελεύθερος και σίγουρος.  Ο Δαίμονας του είχε επιτέλους μιλήσει.  

Τώρα πια ήξερε τι πρέπει να κάνει.


copyright © Σοφία Κορωνίδου




Popular Posts